Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Πολιτική και ψέμα.
















«Η πολιτική ήταν αρχικά η τέχνη του να εμποδίζεις τους άλλους να ανακατεύονται σε ότι τους αφορά. Σε μια επόμενη φάση προστέθηκε η τέχνη του να αναγκάζεις τους άλλους να αποφασίζουν γι' αυτά που δεν καταλαβαίνουν.»
Πωλ Βαλερύ.
«Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού»
Οττο Μπίσμαρκ.


Το να διατυπώσεις την αλήθεια μιας κατάστασης, είναι αναμφισβήτητα μια δύσκολη υπόθεση. Απαιτεί ένα πνεύμα ειλικρίνειας, απεμπλοκή από συμφέροντα, είτε προσωπικά, είτε οποιοδήποτε τύπου, μεγάλη ορθότητα κρίσης, αρκετή δόση αυτοσυνείδησης, ικανότητα παραδοχής του λάθους, ανεξαρτήτου κόστους, αλλά κυρίως να πιστεύεις στη αξία της αλήθειας. Δίχως την ύπαρξη της τελευταίας, βαδίζεις σε δρόμο ολισθηρό και πολλές φορές δίχως επιστροφή στη ομαλότητα.
Τα χαρίσματα αυτά δεν τα διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι, έτσι ο κόσμος μας, είναι κατά βάση ένας κόσμος, που το ψέμα υπερτερεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό της αλήθειας. Για να μην πούμε, ότι την νικάει κατά κράτος. Την μικρογραφία αυτού του ζητήματος τη συναντάμε, πρώτα σε μας τους ίδιους καθημερινά, επειδή αντιλαμβανόμαστε, στο μέτρο που δεν είμαστε ολοκληρωτικά τυφλωμένοι, τα μικρά “ψεματάκια” που διασπείρουμε στις σχέσεις μας και πολλές φορές στους ίδιους μας τους εαυτούς. “Ψεματάκια” που ο χαρακτήρας τους ποικίλει, ανάλογα με την περίσταση και τους αποδέκτες, μερικές φορές δικαιολογημένα, τις περισσότερες φορές αδικαιολόγητα, λόγω έλλειψης σθένους, για την απόκρυψη πράξεων και στάσεων, που θα προκαλέσουν μοιραίως αναταράξεις. Συμβιβαζόμαστε σε μια αμοιβαία άτυπη κρυφή παραδοχή, στη δικαιολόγηση των μικρών αυτών ψεμάτων. Κάνουμε ότι σοκαριζόμαστε, όταν ανακαλύπτουμε τα ψέματα των άλλων σε μας, κρύβοντας το γεγονός, ότι ξέρουμε, ότι λέμε και μας λένε ψέματα . Η οργή μας τις περισσότερες φορές είναι ψευδής, μια που λειτουργούμε με αυτή την γνώση, μια που αφού το κάνουμε εμείς, ξέρουμε, ότι θα το κάνουν και οι άλλοι.
Αυτό που ίσως δεν γίνεται αντιληπτό, είναι το αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης, μέσα στις κοινωνίες που ζούμε, όπου η συνολική ανταλλαγή ψεμάτων, δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά αλλού, αλλά σε μια κοινωνία, που η αλήθεια γίνεται με το χρόνο τόσο μακρινή και δυσδιάκριτη, που καταντά ουτοπία.
Η πολιτική είναι η τέχνη του οργανωμένου κοινωνικού ψέματος. Λόγω αυτού, οι πολιτικοί δεν είναι και τα πλέον ευυπόληπτα άτομα αυτής της κοινωνίας. Αντιθέτως, επειδή οργανώνουν το ψέμα σε κοινωνική βάση, σέρνουν συνεχώς επάνω τους, την μήνιν όλων, σαν εξιλαστήρια θύματα. Ρόλο που, εν πολλοίς, έχουν οικειοποιηθεί και προσπαθούν να το αναγάγουν σε τέχνη. Οι υποτιθέμενες συγκρούσεις μεταξύ τους, δεν είναι τίποτα περισσότερο, από την εξάσκηση αυτής της τέχνης, σε συνεχώς πιο προηγμένα ύψη. Μάλιστα, επειδή βασική τους γνώση είναι , ότι το ψέμα έχει καθολική επέκταση στο βάθος της κοινωνίας, δεν έχουν και καμιά τύψη για την πράξη τους. Όταν εγκαλούνται για τα ψέματα τους, βρίσκουν πάντα τρόπο, να ανασύρουν από το οπλοστάσιο τους, την κρυφή συνενοχή της κοινωνίας στο ψέμα. Όσοι ασκούν την πολιτική, μια που είναι παιδιά της ίδιας κοινωνίας και γνωρίζουν πολύ καλά, ένα μεγάλο μέρος των ψεμάτων, που διακινούνται στη κοινωνία που ζουν, είναι , σαφώς, σε πλεονεκτική θέση, έτσι ώστε, όταν κάθεται η ανάποδη να την ισορροπούν με μαεστρία.
Η πολιτική έχει οργανική σχέση με το ψέμα και βρίσκεται σε σύγκρουση με την αλήθεια, μια που η αλήθεια, δεν μπορεί να οργανώσει ούτε κοινωνίες συμφερόντων, ούτε κοινωνίες νομής εξουσίας. Η αλήθεια μπορεί να οργανώσει κοινωνίες, που οι ποιότητες και οι αξίες, οφείλουν να είναι παρούσες και διαρκείς, σε όλο το βάθος της κοινωνίας. Η πολιτική καλείται να οργανώσει ένα κόσμο ακραίου ανταγωνισμού και βαθιάς εξατομίκευσης. Άρα θα καλέσει τους “πιστούς” της στο ναό της συνενοχής, όπου το ψέμα κυριαρχεί πίσω από τις κουρτίνες της πραγματική ζωής. Όσοι εξακολουθούν να εμπιστεύονται το δρόμο της πολιτικής, είναι σαν να παραδέχονται, ότι η ζωή δεν μπορεί να υπάρχει με βάση την αλήθεια, αλλά με βάση το ψέμα. Άρα αυτό που θα πάρουν, τελικά, θα είναι κάτι που θα είναι ψεύτικο. Θα τους συνοδεύει διαρκώς η πικρή γεύση, ότι αιωνίως είναι “ριγμένοι” στη μοιρασιά, μια που τις συνθήκες για αυτό το αποτέλεσμα, τις έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι.
Οι κόσμοι μας είναι πολύ μυστηριώδεις. Ελάχιστο από το μυστήριο που έχουν, γίνεται αντιληπτό και ακόμα λιγότερο έρχεται ποτέ στο φως. Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια βρίσκεται πολύ κοντά μας, μέσα μας. Μια καθοριστική παράμετρος αυτού του μυστηρίου, είναι ο τρόπος που κάνουμε τις επιλογές μας. Το γιατί των επιλογών μας. Μικρές λάθος επιλογές, οδηγούν συχνά σε μεγάλες λάθος επιλογές. Αυτό το γιατί και πως των επιλογών μας, δεν διευκρινίζεται σχεδόν ποτέ. Όταν έρχονται οι μεγάλες καταστροφές, όλοι με πρώτη την πολιτική, ψάχνουμε να βρούμε τη πιο πειστική δικαιολογία, το πιο πειστικό ψέμα, που θα απαλύνει το αδιευκρίνιστο των επιλογών μας. Σε λίγο καιρό, ειδικά αν ρεύσει και λίγο χρήμα, όλα ξεχνιούνται. Στη συνέχεια ο ίδιος ατέρμονος φαύλος κύκλος .

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Σκοτεινές καλοκαιρινές νύκτες.




Υπήρχε μια εποχή, κάπως μακρινή, που η Αθήνα δεν ήταν η θλιβερή πόλη που είναι σήμερα. Τα καλοκαίρια της και οι χειμώνες της διατηρούσαν ακόμα την ζωντάνια τους, την ζωντάνια που μεταδίδουν στη πόλη οι ζωντανοί άνθρωποι, που θέλουν να ζήσουν την ζωή τους, νοιώθοντας να αναπνέουν ένα σχετικά ελεύθερο αέρα, που δεν είχε ακόμα μολυνθεί από την μιζέρια και την κατήφεια. Ανθρώπων, που δεν ήταν ακόμα πνιγμένοι μέσα στα ατελείωτα χρέη και τις έγνοιες, στη έλλειψη της ελπίδας.

Μια εποχή, που είναι αλήθεια, ότι έτρεφε μέσα στους κόλπους της, τις μελλοντικές ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, αλλά βγαίνοντας από ένα σκοτεινό τούνελ, νόμιζε ότι μπορούσε να το αφήσει πίσω της και να ατενίσει για λίγο, κάτι πιο φωτεινό. Μια εποχή, που ακόμα, οι σχέσεις διατηρούσαν την αίγλη τους και δεν ήταν μιασμένες ολοσχερώς από την αδιάκοπη τρέλα της καθημερινής επιβίωσης. Μια εποχή που ήθελε να ζήσει και όχι να μαραζώσει.

Σε αυτή την εποχή, λοιπόν, οι πλατείες ήταν συνεχώς γεμάτες από κόσμο, που χαμογέλαγε και συζητούσε για την ζωή του. Δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις εύκολα , την μέρα από την νύκτα, μια που η ζωή ήταν διαρκώς παρούσα και οι άνθρωποι δεν ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους, έχοντας διαρκώς τον φόβο στα μάτια τους. Σίγουρα δεν ήταν η ιδανική εποχή, με τους ιδανικούς ανθρώπους, αλλά μόνο όταν έχεις δει τα χειρότερα, δεν μπορείς παρά να την νοσταλγήσεις.

Η ιστορία που θέλω να αφηγηθώ, αφορά δύο νεαρούς εκείνης της εποχής. Ήταν κολλητοί φίλοι, αυτό που λέμε αδελφικοί. Ζούσαν, αμφισβητούσαν, αντάλλασσαν τις εμπειρίες τους από τον κόσμο, για τις γυναίκες που γνώριζαν. Άνοιγαν την σκέψη τους σε διαδρομές περίεργες, αλλά συναρπαστικές. Είχαν τον κύκλο τους, που ήταν οπωσδήποτε στο ίδιο μήκος κύματος και έκαναν την μέρα νύκτα και την νύκτα μέρα. Παράλληλα δούλευαν. Η ζωή τους είχε ένταση, άλλοτε βουβή, άλλοτε ηχηρή. Ήθελαν να ρουφήξουν την εποχή τους, ήταν νέοι, μην το ξεχνάμε. Είχαν και τις διαφορές τους, όπως όλοι. Επειδή δεν ξέρουμε αν θέλουν να μαθευτεί η ιστορία τους,- δεν τους ρωτήσαμε,αν και θα έπρεπε,-ας μας συγχωρέσουν. Θα τους αναφέρουμε με ψευδώνυμα. Ήταν ο Καλβακάντι και ο Μπαλτάσαρ. Οι μικροί μας ήρωες δεν έχουν καμία σχέση με τους πραγματικούς κατόχους των ονομάτων με τα οποία τους βαφτίσαμε.
Ήταν μια καλοκαιρινή νύκτα. Πολύ ζεστή. Ο χώρος που διαδραματίζεται η ιστορία μας είναι ένα μπαρ σε μια συνοικία της Αθήνας. Μιας Αθήνας, που και εκείνο το βράδυ είναι στο δρόμο. Οι δύο φίλοι πίνουν μπύρες για να δροσιστούν. Η συζήτηση έχει ανάψει. Γιατί η μπύρα χωρίς σοβαρή συζήτηση, χάνει την γεύση της, αλλά και η συζήτηση θέλει το βοήθημα της για να έχει ρυθμό.

-Αυτό που λες δεν ισχύει, έλεγε ο Μπαλτάσαρ. Ο κόσμος, κάποια στιγμή πρέπει να αλλάξει. Τι και αν όλες οι απόπειρες μέχρι τώρα έχουν αποτύχει ; Δεν θα είναι πάντα έτσι. Μπορεί οι αντίπαλοί μας, οι ιδιοκτήτες αυτού του κόσμου, να φαίνεται ότι κατέχουν καλύτερα τα μυστικά του, όμως η κοινωνία είναι καθαρό, ότι νοσεί βαθιά. Αυτό δεν μπορεί να κρατήσει αιώνια. Το “ψέμα έχει κοντά ποδάρια” που λέει και η παροιμία, ο χρόνος του είναι μετρημένος. Άλλωστε, όλα εξαρτώνται από την στάση μας και το πόσο είμαστε διατεθειμένοι να υποστηρίξουμε όλη αυτή την ιστορία μέσα στη ζωή μας με την πράξη μας.
- Πάλι αυτή η ιστορία με την επανάσταση μέσα στη καθημερινή ζωή. Έχεις φάει χοντρό κόλλημα με αυτούς τους “περίεργους”. Σου έχουν πάρει τα μυαλά με τις θεωρίες τους, αντέταξε ο Καβαλκάντι.
- Δεν είναι θεωρίες, το ξέρεις καλά, τον διέκοψε ο Μπαλτάσαρ. Μη με ξενερώνεις!! Αφού κάνουμε πράγματα. Φύγαμε από τα σπίτια μας, ζούμε μια διαφορετική ζωή, σε σπίτια με άλλους ανθρώπους, κάνουμε ελεύθερα έρωτα, είμαστε μέρος του κινήματος. Γιατί τα υποτιμάς όλα;
- Δεν υποτιμώ τίποτα, Μπαλτάσαρ, απλώς δεν είμαι τόσο συναισθηματικά φορτισμένος, όπως είσαι εσύ. Νομίζω η φόρτιση σου σε κάνει να μην βλέπεις άλλες όψεις του κόσμου, που και αυτές είναι υπαρκτές. Η μεγάλη μάζα της κοινωνίας δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά. Την δουλίτσα της κοιτάει και να περνάει καλά. Ο κόσμος δεν θέλει να πριονίσει την κολώνα, που κρατάει το οικοδόμημα, που στέκεται πάνω από το κεφάλι του. Παίρνουμε τις επιθυμίες μας για πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ποτέ δεν έδωσε πολύ εμπιστοσύνη σε “τρελούς”,που ήθελαν να την αλλάξουν. Η πραγματικότητα θέλει να πατάει σταθερά και να μην ξανοίγεται σε άγνωστα νερά. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο, που ξέρει, ότι θα πεθάνει. Αυτό είναι το βασικό του μέλημα. Είτε να το ξεχνάει, είτε να προσπαθεί να το αποφύγει. Σε όσα λες, βλέπει κίνδυνο και αυτός ο κίνδυνος τον παραπέμπει κατευθείαν στο φόβο του για τον θάνατο. Γιαυτό ασχολείται με τις θρησκείες και ψάχνει να βρει την άκρη του.
-Πάλι αυτή η ιστορία με το θάνατο και τις θρησκείες είπε εκνευρισμένος ο Μπαλτάσαρ. Τα χρησιμοποιείς όταν θέλεις να με ξενερώσεις. Νομίζεις ότι έτσι θα με κάνεις πιο ρεαλιστή ; Πρώτα η επανάσταση και μετά θα ασχοληθούμε με τον Θεό. Πρώτα, πρέπει να αλλάξει ο κόσμος και αφού φτιάξουμε την κοινωνία, μετά θα ασχοληθούμε με το βαθύ πνεύμα. Δεν πρέπει να υπηρετούμε άλλο , ούτε θεούς, ούτε αφέντες.

Ενώ οι δύο φίλοι λογομαχούσαν για τα θέματα που θεωρούσαν πολύ βασικά για την ζωή τους, τα γύρω τραπεζάκια έπιναν τα ποτάκια τους χαριτολογώντας και φλερτάροντας. Λίγο τους απασχολούσε το τι συζητούσαν και ίσως αν άκουγαν την συζήτηση τους , να τους απασχολούσε ακόμα λιγότερο. Μάλιστα, ίσως, και να τους κατηγορούσαν, που αντί να απολαμβάνουν την όμορφη νύκτα τους, βάραιναν τις καρδιές τους με συζητήσεις ανιαρές. Που να φανταζόταν την συνέχεια....

- Ώρες, ώρες γίνεσαι φρικτά αντιδραστικός είπε ο Μπαλτάσαρ, προσπαθώντας να συνεχίσει την αντιπαράθεση τους....
-Μην το συνεχίζεις, σε παρακαλώ, του είπε ο Καλβακάντι, απόψε βαριέμαι φρικτά, δεν έχω όρεξη για τέτοιες κουβέντες. Αρκετά με τις συζητήσεις. Πρέπει να κάνουμε κάτι το διαφορετικό.
- Τι διαφορετικό ; είπε ξενερωμένος ο Μπαλτάσαρ.
-Αν ήξερα, θα σου το έλεγα είπε ο φίλος του. Κάτι διαφορετικό. Κάτι για να “σπιντάρουμε”

Ο Μπαλτάσαρ είδε το βλέμμα του φίλου του και “τσιτώθηκε”. Το καταλάβαινε αυτό το βλέμμα, προμήνυε προβλήματα. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και έμεινε σιωπηλός.

- Ένα θέμα που με απασχολεί, είπε ο Καλβακάντι, είναι τι αντοχή έχουμε στο πόνο. Όλα όσα συζητάμε, ποτέ δεν συμπεριλαμβάνουν την αντοχή στο πόνο. Σκέψου όσους βασανίσθηκαν για τις ιδέες τους. Τι τράβηξαν !! Εμείς που φιλοσοφούμε, έχουμε κάποια αντοχή, αν ποτέ για να υποστηρίξουμε τις ιδέες μας, μας βασάνιζαν ;
- Τι θέλεις δηλαδή να κάνουμε για να δοκιμάσουμε την αντοχή μας; Αυτά τα βλέπεις την στιγμή που γίνονται, όχι από πριν, είπε ο Μπαλτάσαρ.
-Μην το λες, μην το λες, απάντησε ο Καλβακάντι. Σκέφτηκα κάτι, είπε, έχοντας ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
-Δηλαδή ; είπε ο φίλος του.
-Τι θα έλεγες, αν καίγαμε με τσιγάρο το χέρι μας ; Αντοχή στη φωτιά.

Ο Μπαλτάσαρ τον κοίταξε με βουβή ένταση. Ο φίλος του τον προκαλούσε. Θα ανταποκρινόταν στη πρόκληση ή θα έκανε πίσω ; Ο Καλβακάντι πήγαινε την αντιπαράθεση ένα βήμα πιο κάτω. Τέσταρε τον Μπαλτάσαρ, αλλά τέσταρε και τον ίδιο. Με κάποιο τρόπο προσπαθούσε να καταλάβει αν οι κουβέντες είχαν βάρος, ή ήταν λόγια του αέρα. Δεν μπορούσε να μην δεχτεί. Κάτι οι μπύρες, κάτι η τρέλα που κουβαλούσαν, κάτι ο εγωισμός των νιάτων, δέχτηκε την πρόταση του φίλου και άναψε ένα καινούργιο τσιγάρο.

Παρήγγειλαν άλλες δύο μπύρες από to γκαρσόνι. Κοιτάχτηκαν,συναινώντας βουβά. Ο Μπαλτάσαρ θα έκανε την αρχή. Έφερε την καύτρα του τσιγάρου κοντά στο χέρι του και ένοιωσε την θέρμη της φωτιάς να του καίει τις τρίχες. Ανατρίχιασε και ένοιωσε τον φόβο να κόβει βόλτες στη πλάτη του, όμως, ακούμπησε το τσιγάρο στο δέρμα του,νοιώθοντας αρχικά σαν να τον ακούμπησε πάγος. Στη συνέχεια, ήρθε ο πόνος, όχι αφόρητος, αλλά αρκετά έντονος. Κοίταξε τον Καλβακάντι με χαμόγελο ικανοποίησης ,τώρα ήταν η σειρά του.

Ο φίλος του πήρε το τσιγάρο και ακολουθώντας την ίδια διαδρομή έπραξε τα ίδια. Κοιτάχτηκαν. Η αρχή είχε γίνει. Ήρθαν οι μπύρες που είχαν παραγγείλει. Κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα από τα γύρω τραπέζια. Ήταν σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει. Γέμισαν τα ποτήρια τους και ρούφηξαν μια γερή γουλιά. Δεν μιλούσαν, κοιτούσαν τα μικρά σημάδια από το κάψιμο στα χέρια του με περιέργεια και σχεδόν ταυτόχρονα, σαν να είχαν συνεννοηθεί, ότι το παιχνίδι θα είχε συνέχεια, επανέλαβαν την διαδικασία με λιγότερους δισταγμούς αυτή τη φορά. Άλλο ένα κόκκινο σημάδι , δίπλα στο προηγούμενο. Ο πόνος αυτή την φορά μεγαλύτερος, δύο πόνοι σε ένα.

-Αντέχεις; ρώτησε ο Καβαλκάντι.
-Βέβαια αντέχω, απάντησε ο Μπαλτάσαρ, ήταν να μην γίνει η αρχή. Μάλιστα, σου έχω και την συνέχεια. Θα ενώσουμε τα χέρια μας και θα βάλουμε ένα τσιγάρο ανάμεσα,για να δούμε ποιος θα αντέξει περισσότερο. Γουστάρεις εντάσεις; να μια καλή !!!
- Εδώ μέσα στο κόσμο, μαλάκα, θα μας πάρουν χαμπάρι.
-Ας μας πάρουν.

Άλλος ένας γύρος μπύρες, προετοιμασία για το επόμενο επίπεδο. Εσωτερικοί δισταγμοί, ανομολόγητοι, οι καρέκλες ήρθαν στη σωστή θέση, για να μπορέσουν να είναι βολικά. Ένα φρέσκο, καινούργιο τσιγάρο άναψε, το έβαλαν εκεί που ενώνονται τα χέρια Η καύτρα άρχισε να τρώει σάρκες. Αυτή τη φορά ο πόνος ήταν οξύς και αφόρητος. Τα σώματα σφίχτηκαν για να αντέξουν τον πόνο. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ο πόνος ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ποιος θα τραβούσε πρώτος το χέρι του ; Κανείς δεν το τράβηξε. Τι μούρλα ,θεέ μου. Πονάω,πονάμε πολύ. Το τσιγάρο ήταν σχεδόν στη μέση, όταν και δύο σαν να είχαν συνεννοηθεί τράβηξαν τα χέρια του ξεφυσώντας . Κάποιοι, από τα γύρω τραπέζια, άρχισαν να παίρνουν χαμπάρι, ότι κάτι συνέβαινε. Αδιαφόρησαν. Ένας καινούργιος γύρος μπύρες. Ανάπαυλα. Προσωρινή ανακωχή.

-Αισθάνομαι να καίω, είπε ο Μπαλτάσαρ. Σού έχω κάτι για το τέλος. Ωραία τα καψίματα στα χέρια, αλλά το χέρι είναι ανθεκτικό. Ίσως, θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα κάψιμο στο στήθος. Ο ένας στο στήθος του αλλουνού. Εκεί το δέρμα είναι πολύ ευαίσθητο. Κάτι σαν σημάδι αδελφοποίησης. Τι λες ;
-Χμ, ένευσε ο Καλβακάντι. Θα πονέσουμε πολύ, να το ξέρεις. Ποιος θα το κάνει πρώτος στον άλλον ;
- Εσύ σε μένα, είπε ο Μπαλτάσαρ, και μετά εγώ σε σένα.
-Εντάξει.

Ο Καλβακάντι άναψε ένα καινούργιο τσιγάρο. Τα μάτια του άστραψαν, πλησίασε τον φίλο του και έσβησε το τσιγάρο πάνω στο στήθος του. Το κράτησε εκεί για λίγο και κατέβασε το χέρι του. Ο πόνος πάνω στο στήθος του Μπαλτάσαρ ήταν πολύ έντονος και οξύς. Βόγκηξε. Βαθιά ανάσα για να πάρει δύναμη. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, είχε αντέξει. Όταν πήρε το σιγάρο στο χέρι του, όμως, στάθηκε αμήχανος. Έπρεπε τώρα να προκαλέσει ο ίδιος πόνο ,όχι απλά να τον δεχτεί. Αυτό του ήταν δύσκολο,πολύ δύσκολο.

-Μήπως πρέπει να σταματήσουμε, είπε, μου είναι δύσκολο.
-Μην είσαι μαλάκας, ότι αρχίζεις να το τελειώνεις.

Ο φίλος του τον κοίταξε αγριεμένα και παραδόξως αυτό τον ξεμπλόκαρε. Οι αναστολές του για μια στιγμή χάθηκαν και ακούμπησε το τσιγάρο στο στήθος του φίλου του. Η σάρκα κάηκε, τα μάτια του Καλβακάντι έκλεισαν από τον πόνο. Η στιγμές που επακολούθησαν ήταν σιωπηλές, αλλά είχαν μια ιερότητα. Ένοιωσαν, ότι είχαν κάνει κάτι σημαντικό. Στα μάτια ενός τρίτου,πιθανά, όλο αυτό να φάνταζε σαν μια σκοτεινή τρέλα, μια τάση καταστροφής, ένας μαζοχισμός. Στα μάτια των δύο φίλων, αυτή η φάση είχε ένα νόημα ,που μόνο οι δυο τους μπορούσαν να κατανοήσουν και μάλιστα δίχως λόγια. Μια σιωπηλή κατανόηση, ένα βαθύτερο δέσιμο, με κάποιο τρόπο είχαν γίνει κάτι περισσότερο από φίλοι. Είχαν επιδιώξει να φύγουν από την ανία της στιγμής και μέσα από την πράξη τους ,είχαν οδηγηθεί σε κάτι, που τους οδήγησε σε ένα διαφορετικό δέσιμο. Ένα σημάδι στο στήθος, μνήμη μια σκοτεινής καλοκαιρινής νύκτας.

Πλήρωσαν και έφυγαν από το μπαρ. Η νύκτα δεν είχε τελειώσει ακόμα, θα είχε συνέχεια....Μια συνέχεια που δεν θα την μάθουμε τώρα, πιθανά, μια άλλη φορά.

Το πρωί, τους βρήκε δίπλα στη θάλασσα, με υψηλό πυρετό. Τα σώματα τους εξαντλημένα από την ταλαιπωρία, που τα είχαν υποβάλλει την προηγούμενη νύκτα, ζητούσαν να αποβάλλουν την φωτιά που είχε συσσωρευτεί μέσα τους. Πονούσαν, αλλά μια παράξενη ικανοποίηση, ήταν απλωμένη στα πρόσωπά τους. Δεν μιλούσαν, κοιτούσαν την θάλασσα, επαναπαυμένοι στη θαλπωρή της πυρετώδους ύπαρξη τους !!!!


Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Κάποια συμπεράσματα για την “κρίση” και το “τέλος” της.





Είναι σίγουρο, ότι από τα ευκολότερα πράγματα είναι το να κάνεις κριτική. Μάλιστα, γίνεται ευκολότερο, όταν την κάνεις από τα θεωρεία του θεάτρου. Όταν δηλαδή δεν παίρνεις ο ίδιος τις αποφάσεις, αλλά τις έχεις αφήσει στα χέρια κάποιου άλλου.

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι αποφάσεις είναι στη απόλυτη δικαιοδοσία των εκλεγμένων αντιπροσώπων και του πρωθυπουργικού επιτελείου, με άρχοντα τον εκλεγμένο πρωθυπουργό. Σε αυτούς ανήκουν όλες οι αποφάσεις και όλοι οι υπόλοιποι, η ευρεία μάζα των ψηφοφόρων, παρακολουθεί από τα θεωρεία της πολιτικής ζωής, όσα αποφασίζονται στο όνομα της, αλλά ουσιαστικά, χωρίς την άμεση και ουσιαστική συμμετοχή της. Η μοναδική δυνατότητα παρέμβασης υπάρχει, μόνο, όταν υπάρχουν εκλογές. Εκεί το εκλογικό σώμα αποφασίζει αν του άρεσαν ή όχι οι εκάστοτε αποφάσεις των εκλεκτόρων του και έχει δυνατότητα συμμετοχής. Όμως και αυτή η δυνατότητα είναι ελάχιστα ουσιαστική, μια που αυτό που παρουσιάζεται στη κρίση του, είναι τόσο μονότονο και άνευ πραγματικής ουσίας, που παρατηρείται το φαινόμενο μιας όλο και πιο μεγάλης αποχής από την συμμετοχή στα κοινά. Εν ολίγοις, στριμωγμένοι ανάμεσα σε αυτό που είναι ανούσιο και σε εκείνο που είναι πολύ ανούσιο, αγκαλιάζουμε την κριτική σαν το μόνο καταφύγιο, σε μια πραγματικότητα, στη οποία δεν έχουμε κανένα έλεγχο.

Είναι, ψυχαναλυτικά, μια ορθή στάση, μια που με κάποιο τρόπο, ο άνθρωπος έχει ανάγκη κάπου να πει τον πόνο του και να ξεσπάσει. Επειδή δεν μπορεί να καταφύγει στους επαΐοντες, καταφεύγει στη κριτική, που δεν κοστίζει κιόλας, όπως οι επαΐοντες. Α! Υπάρχει και το χιούμορ. Η κριτική και το χιούμορ είναι ένας καλός συνδυασμός εκτόνωσης.

Με αυτό το πνεύμα, θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτό που μας συμβαίνει εδώ και μια δεκαετία.

Μεταξύ του 2009-2010 , με τρόπο ανεξήγητο για τους αδαείς, αλλά απολύτως προβλέψιμο για τους γνώστες, η ελληνική κοινωνία κατέβηκε από τον “έβδομο ουρανό” μιας υποτιθέμενης ευημερίας και προσγειώθηκε ανώμαλα μέσα στη πτώχευση. Το φάσμα των απόψεων και της σύγκρουσης ήταν ευρύ.

Κάποιοι αρνήθηκαν πεισματικά να το πιστέψουν, θεωρώντας ότι μιλάμε για κάτι παροδικό. Κάποιοι άλλοι προσπαθούσαν να το παίξουν ψύχραιμοι. Υπήρξαν και εκείνοι που κατάλαβαν, ότι η λαίλαπα που επρόκειτο να ξεσπάσει, δεν είχε να κάνει τίποτα με αυτό που είχαν ζήσει. Υπήρξαν και κάποιοι τελευταίοι, που θεώρησαν, ότι δεν μπορεί ο κόσμος θα αντιδράσει σε αυτό που ξεδιπλώνεται σαν επίθεση μέσα στη κοινωνία. Μέσα στους τελευταίους, υπήρξε και η αφεντιά μου. Όλοι, είμαστε ‘βαθιά νυχτωμένοι”.!!


Η “κρίση”  δεν ήταν καθόλου κρίση. Μια που σαν κρίση ορίζεται κάτι, που είναι παροδικό και έχει λύση με κάποιες επιδιορθώσεις, έστω και επώδυνες. Αυτό που είχαμε να αντιμετωπίσουμε ήταν η στροφή σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση πραγμάτων, που θα διαρκούσε για πάρα πολλά χρόνια και μέσα της θα “έκαιγε’, σε πολλά επίπεδα, ανθρώπους, περιουσίες, ψευδαισθήσεις ελπίδες, συμμαχίες και γενικά όνειρα που ποτέ δεν έμελλαν να πραγματοποιηθούν. 

Αυτή η ψευδώς επονομαζόμενη κρίση, απλώθηκε σαν φωτιά, σε όλο τον ευρωπαϊκό νότο, χωρίζοντας την Ευρώπη σε δύο παντελώς ανισότιμα μέρη. Σε εύπορους βόρειους και φτωχούς νότιους. Σε εκείνους στον εύπορο βορρά που υποτίθεται ότι τα έκαναν όλα σωστά, ήταν συνετοί και φρόνιμοι και στους άστατους, σπάταλους και απείθαρχους νότιους, που τα έκαναν όλα λάθος. Τίποτα, από όλα αυτά δεν ήταν η πραγματική αλήθεια και τώρα πια το γνωρίζουμε με επαρκή βεβαιότητα.

Η ετερόκλητη  διαχείριση των κρατών του Ευρωπαϊκού μορφώματος, έπρεπε να συμμαζέψει την διάχυση του. Υπήραν προβλήματα στα επιτελεία των διοικούντων, γεωπολιτικά, οικονομικά, ανταγωνισμών. Αυτό είχε σαν πρώτο στόχο, στο ότι έπρεπε να γίνει σε όλους σαφές ,ποιος είχε το πάνω χέρι  και σε ποια κατεύθυνση  θα κινούσε την  πολιτική σκέψη της Ευρώπης. Επειδή όταν μιλάμε για σύγχρονη  πολιτική σκέψη, μιλάμε κυρίως για οικονομία,  έπρεπε όλο το οικονομικό μοντέλο να σφίξει, εκεί που ήταν χαλαρό, δηλαδή κυρίως στις νότιες περιοχές της Ευρώπης. Στις περιοχές εκείνες, που δεν είχαν ακόμα κατανοήσει σε "βάθος" το τι σημαίνει καπιταλιστική ανάπτυξη  και ανταγωνισμός και πως πραγματώνεται μέσα σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Για να γίνει εμφανές αυτό το πρώτο επίπεδο, έπρεπε να πάρει  σοκαριστική μορφή, που να μην άφηνε περιθώρια αμφιβολιών. Έτσι λοιπόν, έγινε αμέσως ευκρινής η ηγεμονία της Γερμανίας  στη Ευρώπη- τίποτα δεν θα γινόταν αν αυτή δεν είχε τον τελευταίο λόγο- σε όσους δεν την είχαν καταλάβει, αλλά επίσης  αυτό συνοδεύτηκε  από την άρση όλων των προνομίων, που οι κοινωνίες του νότου είχαν κατοχυρώσει, με το άλλοθι των χρεών που αυτές είχαν. Συνθήκες εργασίας, οικονομικές απολαβές, κοινωνικές παροχές, εξατμίστηκαν  μέσα στη διαλαλούμενη  από όλες τις μεριές  κατεύθυνση της προοπτικής της ανάπτυξης και του σκληρού ανταγωνισμού. Το πνεύμα αυτής της ιστορίας ήταν σαφές: δεν συμμετέχετε ενεργά στο πλάνο και έχετε προβλήματα,  δεν θα έχετε κανένα  προνόμιο δεδομένο. Το χρέος σαν αμαρτία, η προτεσταντική σκέψη στο απώγειο της.

Αφού πέτυχαν να ενοχοποιήσουν όλους  μέσα από την σκέψη τους, στη συνέχεια έπρεπε να καθυποτάξουν και όλους  στη πρακτική τους. Οι κοινωνίες του νότου και αποδέχτηκαν  και συμβιβάστηκαν. Η παντελής απουσία πολιτικού οράματος και σκέψης από την μεριά των κοινωνιών συνέβαλε δραστικά σε αυτό. Όσο πιο εύκολα γινόταν η προσαρμογή ,τόσο ποιο καλό παιδί ήσουν. Μόνο που τώρα πια ξημέρωνες σε μια άλλη πραγματικότητα. Σε μια φτωχή από όλες τις πλευρές πραγματικότητα.

Οι κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί μέσα στις κοινωνίες είναι προνόμιο των αρχόντων της κοινωνίας που με χαρισματική άνεση, μπορούν να διαμορφώνουν σχέδια και αλλαγές, που πάντοτε τείνουν στη καλύτερη ευημερία τους. Τα σχέδια τους καλά μελετημένα, κάνουν χρόνια για να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο και πάλι όχι ολοκληρωτικά. Η αποσύνθεση μιας κοινωνίας, ούτως ώστε να μην υπάρχει ενότητα αλλά διαίρεση, η υφαρπαγή περιουσιών και ιδιοκτησίας για να αισθάνεσαι κάποιος έκθετος και να μετατρέπεται σε μισθωτό, αλλά και η υποβάθμιση του πολιτικού σκηνικού, είναι οι καλύτεροι τρόποι για να διαλύσεις, προς όφελος σου κράτη και κοινωνίες. Ο καπιταλισμός είναι ένα σκληρό σύστημα, που η βασική του αρχή είναι ότι ο δυνατότερος πάντοτε οφείλει να υπερισχύσει σε βάρος του αδυνάτου. Στη τελική, όλα είναι ένα παιχνίδι εξουσίας και δύναμης και οι άρχοντες αυτού του κόσμου, ξέρουν να το παίζουν πολύ καλά.


Μια από τις πλέον κυρίαρχες ψευδαισθήσεις σε αυτή την δεκαετία, ήταν ότι ο ελληνικός λαός, είναι από τους πλέον απείθαρχους και ατίθασους λαούς της Ευρώπης, άρα θα ήταν αρκετά δύσκολο να τον καθυποτάξεις. Στη πράξη αυτό αναιρέθηκε δραματικά και περίτρανα. Αντίθετα φάνηκε, ότι αυτό που θα ήταν δύσκολο, ήταν εύκολα διαχειρίσιμο. Η αντίσταση της κοινωνίας σε αυτά τα δέκα χρόνια, αν εξαιρέσουμε τα δύο πρώτα χρόνια, ήταν και είναι υποτυπώδης. Στη πραγματικότητα, προσαρμόστηκε αρκετά εύκολα στα καινούργια δεδομένα, επιδεικνύοντας μια μεγάλη έφεση σε μια ανούσια γκρίνια, αλλά καταπίνοντας αμάσητες όλες τις “παπαριές” που κατά καιρούς της σέρβιραν. Η κοινωνία έδειξε μεγάλο "σθένος" στα χρόνια της "κρίσης" να ψηφίζει όλους εκείνους, που την είχαν φέρει τα προηγούμενα χρόνια, σε αυτό το χάλι. Είμαστε υπόλογοι ως κοινωνία για την υποχωρητικότητα μας.

Η ακαδημαϊκή αριστερά, που σαν λυτρωτής εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο και πλέον κυβερνά, ελάχιστα προσέφερε από όσα υποσχέθηκε, αντιθέτως, κατόρθωσε να κάνει ακριβώς, όσα ισχυρίζονταν ότι δεν πίστευε. Με αυτόν τον τρόπο έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στις οποιεσδήποτε φρούδες ή μη ελπίδες, για κάτι το διαφορετικό..

Η καινούργια πραγματικότητα στη κυριολεξία ξεφτίλισε το πολιτικό προσωπικό της χώρας, που ένοχο για παρελθούσες ανομίες του, βιάστηκε να συμβιβαστεί μέσα σε μια νύκτα, φοβούμενο να μην περάσει τις υπόλοιπες νύκτες του στις φυλακές, πληρώνοντας τα αίσχη του. Απλά μετατόπισε τα βάρη των πολιτικών και οικονομικών ευθυνών του, μια που αυτό διοικούσε την χώρα τα προηγούμενα χρόνια πριν την πτώχευση, σε όλη την κοινωνία, καθιστώντας την υπόδουλη για τον υπόλοιπο αιώνα.

Τώρα έρχονται και μας λένε, ότι η κρίση τελείωσε, βγήκαμε από την επιτήρηση και τα μνημόνια, ο πρωθυπουργός μας φόρεσε επιτέλους γραβάτα και ότι μια νέα μέρα ξημερώνει για όλους μας. Αυτό που αποφεύγουν να μας πουν, είναι σε ποια πραγματικότητα έχουμε ξυπνήσει, αλλά και πάλι γιατί να μας το πουν, μήπως θα γίνει κάτι ; Δεν θα κάνουμε ξανά "γαργάρα" αυτήν την καινούργια(που είναι και παλιά) πραγματικότητα ; Τώρα πια έχουμε μάθει να μην μας πειράζει τίποτα, το ξέρουμε το “ποίημα” και μπορούμε να το λέμε και μόνοι μας απέξω και χωρίς να κομπιάζουμε.

Φτάσαμε στο τέλος μιας εξαντλητικής συνεδρίας ψυχοθεραπείας. Τα είπα και ξελάφρωσα και αμαρτία δεν έχω. Ότι έχει απομείνει ή ξέχασα, ας τα κρύψει το σκοτάδι !!!!








Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Απατηλά όνειρα και θλιβερές διαπιστώσεις.




"Απολαύστε αχαλίνωτα"  Μάης '68








Κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει ένα λάθος. Μόνο ένας ηλίθιος συνεχίζει να κάνει το ίδιο λάθος.”
Κικέρων

Το όραμα μιας επαναστατικής διαδικασίας, που θα άλλαζε την ζωή των ανθρώπων και των κοινωνιών, αναμφίβολα είναι, από τα πιο παλιά όνειρα της ανθρωπότητας. Πάντοτε οι κοινωνίες των ανθρώπων βίωναν, ότι η ζωή μέσα στη κοινωνία υπολείπεται. Ενώ η ίδια η ζωή είναι όμορφη, η κοινωνική ζωή είναι άδικη, καταπιεστική,ανισότιμη. Μια διάχυτη γκρίνια και δυσαρέσκεια συνόδευε την κοινωνική ζωή πάντοτε και έπαιρνε έκφραση μέσα στις εκάστοτε πολιτικές εκφάνσεις της. Νομίζω, ότι δεν πρέπει να έχει υπάρξει γενιά και κοινωνία, που λίγο ως πολύ, να μην έχει βιώσει ανάλογα συναισθήματα. Οι νέοι κάθε εποχής, ήταν μάλλον οι πλέον ευαίσθητοι σε αυτό το κλίμα δυσαρέσκειας. Ίσως επειδή οι νέοι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν την ομορφιά της ζωής, όπως θα έπρεπε να είναι πραγματικά και όχι όπως έχει διαμορφωθεί. Ίσως πάλι επειδή ζουν πιο κοντά στο έρωτα και ο έρωτας, αναμφίβολα, κάνει την ζωή πιο φωτεινή. Δεν έχουν προλάβει ακόμα να διαπιστώσουν το αναπόφευκτο γεγονός, ότι όσο πιο βαθιά περπατάς μέσα στη ζωή, τόσο τα οράματα σου για αυτήν, γίνονται όλο και  λιγότερο πολύχρωμα. Επίσης είναι γεγονός, ότι τα οράματα εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους  και να τα αντιμετωπίζεις χαλαρά, δεν είναι πάντοτε ο καλύτερος σύμβουλος.


Ενώ λοιπόν οι κοινωνίες, εναλλάξ, οραματίζονται ένα διαφορετικό κόσμο και γκρινιάζουν για τις αδικίες της ζωής τους, υπάρχουν κάποιες φάσεις, όπου το όραμα εισβάλλει μέσα στη πραγματικότητα, διαρρηγνύοντας την αποκατεστημένη τάξη της και ζητά επιμόνως τα δικαιώματα του. Είναι οι περιβόητες στιγμές που μια εξέγερση ή μια επανάσταση έρχεται και φιλοδοξεί να αλλάξει τον ρυθμό της κοινωνικής ζωής, σε όλα τα επίπεδα. Τα οράματα χρόνων απεικονίζονται σε αυτές τις στιγμές και η ελπίδα φωτίζει τον κόσμο ξανά. Η προοπτική ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει σε κάτι καλύτερο.


Δυστυχώς γνωρίζουμε, ιστορικά, ότι αυτό κρατάει πολύ λίγο. Με ένα τρόπο μαγικό, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η παλιά γνωστή “τάξη” της κοινωνικής ζωής, πάντοτε με κάποιο τρόπο επανέρχεται νικήτρια, διαλαλώντας την πεποίθηση της, ότι δίχως αυτή τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα και όταν επιτυγχάνεται μια ελάχιστη αλλοίωση του ήδη υπάρχοντος κατεστημένου, το φερόμενο ως καινούργιο, φροντίζει σε πολύ λίγο χρόνο να αποκαταστήσει όλες τις “παλιές καλές” πατέντες. Κάτι αντιστέκεται σε μια ριζική μεταβολή.

Όσο η ζωή συνεχίζει να κυλά την ρόδα της και τα πράγματα επιστρέφουν στα ίδια, γκρίνια και όραμα δηλαδή, το στοίχημα ανανεώνεται πάντοτε με τους ίδιους όρους. Η ελπίδα ότι θα υπάρξει κάποια στιγμή, που αυτός ο φαύλος κύκλος θα σπάσει και δεν θα έχει επιστροφή. Παρ’ όλο που αυτός ο κύκλος δεν φαίνεται να σπάει ποτέ, ούτε το όραμα παύει να υφίσταται, αλλά ούτε και η γκρίνια που έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο.

Μια πρώτη διαπίστωση για αυτό το φαινόμενο είναι, ότι το όραμα ενός καλύτερου κόσμου πρέπει να είναι ελλιπές. Κάτι δεν υπολογίζει σωστά στη αντιπαράθεση του με την σταθερή πραγματικότητα του κόσμου. Κάτι μέσα στη πραγματικότητα είναι πολύ πιο στέρεο και σθεναρό από αυτό που φαντάζεται το όραμα ενός διαφορετικού κόσμου ότι μπορεί να παραγκωνίσει. Φαίνεται πως η δυσαρέσκεια για όσα κατά καιρούς έχουμε ζήσει και ζούμε ως κοινωνίες, δεν είναι επαρκής λόγος για να αλλάξουμε ριζικά. Φταίει η συνήθεια και η ασφάλεια που αποκαθιστά το σύστημα ζωής, που απαγορεύει το διαφορετικό ; Φταίει ότι αυτό που προτείνεται ως διαφορετικό είναι ωραίο σαν όνειρο, αλλά δεν πείθει ότι μπορεί να φτιάξει ένα καινούργιο κόσμο; Ίσως να φταίει, ότι αυτοί που ευαγγελίζονται αυτόν τον καινούργιο κόσμο, δεν μπορούν να αποκαταστήσουν μια στοιχειώδη ενότητα μεταξύ τους και καταναλώνονται σε ίντριγκες και αλλεπάλληλες διασπάσεις που στο τέλος τους καθιστά αφερέγγυους . Μπορεί απλά να φταίει ότι τα οράματα είναι φτιαγμένα από τέτοια υλικά, που υλοποιούνται μόνο και αποκλειστικά στο κόσμο των οραμάτων. Ένας κόσμος που δεν έχει και πολύ σχέση με τον κόσμο της πραγματικότητας. Συμβάλλει, αλλά δεν μπορεί και να αλλάξει τον κόσμο που ζούμε.

Παρ’ όλες τις οξυδερκείς φιλοσοφικές προσεγγίσεις που κατά καιρούς συνεισφέρονται σε σχέση με το αυτή την διαπίστωση, ο λόγος που οι κοινωνίες διαρκώς επανέρχονται στα ίδια, αποτελεί ακόμα κοινωνικό μυστικό.


Φαίνεται, λοιπόν, σαν να βρισκόμαστε συνεχώς, σε μια αέναη αρχική εκκίνηση μιας πορείας,που αδυνατεί να βρει το βήμα της, αλλά συγχρόνως δεν μπορεί να απεμπολήσει και το θέλω της. Παρ’όλη την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης κατάστασης, έχει συσσωρευτεί αρκετή εμπειρία, έτσι που να μπορούμε να καταλάβουμε ότι απαιτείται μια καινούργια μορφής εργασία ,για να λυθεί το πρόβλημα. Μια εργασία που να ξεφεύγει από αποστειρωμένες θεωρίες μιας άλλης εποχής ,που ελάχιστα έχουν να συνεισφέρουν στο παρόν, αλλά και πρακτικών που δεν αποφέρουν τίποτα περισσότερο από αρνητικά και πρόσκαιρης ικανοποίησης θυμικά αποτελέσματα.

Βασικά, σαν αρχή, θα πρέπει να γίνει πιο σαφής η ιδέα του κόσμου που θέλουμε να χτίσουμε. Ποιες είναι οι αρχές του. Αρχές που δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά σε μια υλικο-τεχνική αντίληψη του κόσμου, αφαιρώντας του το πνευματικό του περιεχόμενο. Πρέπει να πάρει μορφή η πνευματική υπόσταση του κόσμου, να αναδειχτεί και να τονιστεί. Ο κόσμος είναι κόσμος βαθύτερων περιεχομένων. Περιεχομένων που μένουν διαρκώς σε αφανές επίπεδο. Αν οι αρχές μιας κοινωνίας εξαντλούνται, απλώς, στο ποιος και με τι τρόπο θα διαχειρίζεται τα μέσα παραγωγής και την διεύθυνση τους, η προοπτική ενός τέτοιου κόσμου, σε τίποτα δεν θα διαφέρει, ακόμα και στις καλύτερες περιπτώσεις, σε αυτό που ήδη ζούμε. Μια καινούργια διαίρεση τάξεων και διαχειριστών θα προκύψει, αναπαράγοντας ένα καινούργιο πλέγμα εξουσίας και εξουσιαζόμενων. Μοντέλο που σταθερά διατηρούμε σε όλη την διάρκεια της κοινωνικής μας ζωής.

Δεν υπάρχουν “μυθικές” επαναστατικές τάξεις. Η τελευταία και ίσως η μόνη, ήταν η αστική τάξη. Μόνο αυτή πραγμάτωσε το όραμα της και το έκανε και όραμα όλου του μετέπειτα κόσμου. Υπάρχουν πλέον, κυρίως άνθρωποι, που οραματίζονται ένα άλλο κόσμο, που αποκαθιστούν κοινότητες και σχέσεις, μέσα από τις οποίες επικοινωνούν και ανταλλάσουν τις σκέψεις τους και την δυσαρέσκεια τους για αυτό που ζουν. Η εργατική τάξη εκεί και όπου εξακολουθεί να υφίσταται, είναι μια τάξη πλήρως αφομοιωμένη μέσα στο γενικό πλαίσιο του ήδη υπάρχοντος συστήματος. Όποτε κλήθηκε να εκφράσει τον λόγο της, κρύφτηκε πίσω από φτηνές και ανέξοδες χρηματικές αναβαθμίσεις του μισθού της, πράγμα που φαίνεται να είναι και το μόνο που την απασχολεί. Τα οράματα του Μάρξ και του Ένγκελς, ελάχιστα συνέβαλλαν στο να της δώσουν μια ευρύτερη προοπτική. Κατά βάση, υπόκειται το βάρος της αδικίας της κοινωνικής ζωής, αλλά στερείται ευρύτερου οράματος. Τα οράματα αυτών που μιλούσαν στο όνομα της, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ουδέποτε την έπεισαν, έτσι ώστε να σταθεί πίσω από αυτά και να τα διευρύνει. Όσες φορές προέκυψαν ιστορικές ευκαιρίες και είχε συμμετοχή, τάχιστα επέστρεψε στους γνωστούς και σταθερούς ρυθμούς ζωής της, αρνούμενη την υπέρβαση. Το να πάρει την ζωή στα χέρια της, είναι μια ιδέα που απλά την κουράζει ακόμα και να την σκέφτεται. Για αυτό κολακεύεται να μιλούν στο όνομα της, αλλά όταν τα πράγματα καίνε, αφήνει τα αφομοιωμένα και συμβατικά κόμματα να διαπραγματευτούν στη θέση της.

Όποιος αφήνει τους άλλους να μιλήσουν στο όνομα του, θα δρέψει τους κόπους της ανοησίας του. Το σύστημα είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο, για να μην μπορείς να μιλήσεις  για αυτό που σημαντικό και ενδιαφέρον για όλους. Το σύστημα πρέπει μόνο να μιλάει για αυτό, που είναι σημαντικό για το ίδιο. Τα κόμματα δεν εξυπηρετούν τίποτα διαφορετικό, πέραν από την αποσιώπηση της φωνής μιας κοινωνίας , που δεν θέλει όμως και να αναλάβει  το έργο που της αναλογεί. Έτσι, προτιμά να αντιπροσωπεύεται από εκείνους, που αναγκαία  θα την προδώσουν ανελέητα και κατ' επανάληψη. Να μια κοινή εμπειρία, που συζητιέται με σφοδρότητα και μένος, αλλά δεν αλλάζει ποτέ.

Το όραμα μιας διαφορετικής κοινωνίας, επίσης, δεν έχει πολύ μεγάλη απήχηση στο γυναικείο πληθυσμό του πλανήτη. Παρόλο που πολλές γυναίκες, έχουν υπάρξει εξέχουσες φυσιογνωμίες των εκάστοτε κινημάτων, στη πλειονότητα τους οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι δύσπιστες και απούσες στη διαμόρφωση μιας ριζικής αλλαγής της κοινωνίας. Ενώ, αντικειμενικά είναι , οι πλέον δυναστευόμενες και μάλιστα σε πολλαπλά και εκτός από την παραγωγή επίπεδα, διατηρούν ένα σθεναρό και αδιαμφισβήτητο συντηρητισμό, σε οποιαδήποτε ριζική αλλαγή. Όταν ακούγεται η φωνή τους , προσκρούει σε κλειστά αυτιά, μια που ο τρόπος τους , στη πραγματικότητα φαίνεται στο ανδρικό πληθυσμό κουραστικός και πολύ γρήγορα φροντίζει να τον “καπελώνει”. Όμως οι γυναίκες έχουν επιδείξει μια μεγάλη οξυδέρκεια σε μια περιοχή που είναι πολύ καθοριστική. Αντιλαμβάνονται με σαφήνεια την ύπαρξη προσωπικών προβλημάτων που ενυπάρχουν μέσα στις σχέσεις και είναι διατεθειμένες να τα συζητήσουν. Πράγμα που αναπόφευκτα δίνει μια βαθύτερη διάσταση στο τρόπο που επικοινωνούν.
Μια ιδιότητα που, κακώς, δεν έχουν επαρκώς εκλεπτύνει.

Η ζωή και οι άνθρωποι της είναι πολυποίκιλη. Η συνύπαρξη απαιτεί συναίνεση μέσα από την κατανόηση του άλλου,συναίνεση που μπορεί να έχει τα όρια της, αλλά οφείλει να τα εξαντλεί. Η συνεχής διαίρεση ανάμεσα σε ομάδες, που μπορεί να είναι και στο ίδιο μήκος κύματος σκέψης, διαθέσεων ή προοπτικών, έχει σαν αποτέλεσμα την διατήρηση και μονιμοποίηση μιας δεδομένης κατάστασης . Δεν μπορεί και τελικά δεν θέλει πραγματικά να αλλάξει ούτε την κοινωνία αλλά ούτε και τα άτομα της. Στη πραγματικότητα το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι, ότι κανείς μας δεν θέλει να αλλάξει, από αυτό που ήδη είναι. Αυτή η στάση είναι η ουσία της συντήρησης και δεν κυοφορεί τίποτα θετικό. Είναι και ο βαθύτερος λόγος της αποτυχίας όλων των προσπαθειών της αλλαγής αυτού του κόσμου και της κοινωνικής του ζωής. Όσο διατηρούμε τους εαυτούς μας αλώβητους , πλασάροντας ιδέες, όσο και ωραίες να είναι αυτές ,πρόκειται να αποτύχουν. Ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει ως δια μαγείας. Τον αλλάζουν οι άνθρωποι του, όταν συνειδητοποιούν ποιοι είναι, πόσο πρέπει να αλλάξουν, ποια είναι τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις τους και φροντίζουν να το κάνουν πράξη.

Η επιτυχία της επαναστατικής κατάστασης, απαιτεί μια αφανή προηγούμενη εργασία σε βάθος, από ανθρώπους που δεν καταναλώνουν από καιρό τελειωμένα στοιχήματα και αποστεωμένες ιδέες,που μπορεί να ήταν καλές στο καιρό τους, αλλά είναι σαφώς ανεπαρκείς στο σήμερα. Αυτή η εργασία δεν έχει επαρκώς αναληφθεί. Αντίθετα, εξακολουθεί να κυριαρχεί η ψευδαίσθηση , ότι την στιγμή της ρήξης, όλοι θα μεταμορφωθούμε σε “αγγέλους” και θα βαδίσουμε σε μια “αγγελική” συνεύρεση. Διαρκώς αναπαράγουμε μια αυταπάτη, αποφεύγοντας αυτό που έχει να γίνει.

Το χρόνο που διανύουμε και τον συγκεκριμένο μήνα, θυμόμαστε τον Μάη του ‘68 στη Γαλλία.  Μια εξέγερση που υποσχέθηκε πολλά, μεταμόρφωσε κάποια και κατέληξε στα ίδια. Δεν υποτιμώ την συμβολή της και την ώθηση που έδωσε σε μια σειρά από ζητήματα. Αντιθέτως, εξακολουθεί να με συγκινεί σε κάποιο μέτρο. Όμως η ιστορία αν έχει κάποια αξία, είναι για να σε προστατεύει από τα λάθη του παρελθόντος. Ο Μάης ηττήθηκε και αν εμείς το γνωρίζουμε από τα βιβλία και από όσα έχουμε ακούσει, όσοι τον έζησαν το ξέρουν πολύ καλύτερα. Ηττήθηκε από την ανεπάρκεια των ίδιων των ανθρώπων που τον δημιούργησαν. Ότι ο Μάης ενέπνευσε, μετασχηματίστηκε πολύ γρήγορα σε απογοήτευση και σε μια πιο “σοφή” συντηρητική επάνοδο των δυνάμεων εκείνων, που έχουν αποφασίσει , ότι ο κόσμος δεν πρέπει να αλλάξει γιατί έχει καλώς όπως είναι. Αυτή είναι μια αναγκαία θλιβερή διαπίστωση. Τα επόμενα χρόνια μέχρι σήμερα, έχουν υπάρξει ανάλογες απόπειρες, που άφησαν την προοπτική μιας ελπίδας να φωτίσει το ημίφως της κοινωνικής ζωής. Ηττήθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Πρέπει να βγει κάποιο άλλο συμπέρασμα, πέραν του συμπεράσματος που λέει ότι θα σπάμε τα μούτρα μας μέχρι που να βγάλει ο ήλιος κέρατα ; Πρέπει, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ποιο θα είναι αυτό θα το δείξει η συνέχεια και αν θα υπάρξει. Μέχρι τότε καλό θα ήταν ο καθένας που εμφορείται από παρόμοια οράματα να πράξει την εργασία του. Ίσως να είμαστε πιο σοφοί την επόμενη φορά !!!

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Το Ισραήλ είναι κράτος που έχει διεθνή ασυλία ;





Το Ισραήλ αμύνεται απέναντι στους “τρομοκράτες” με τις σφεντόνες. Το απειλούν οι πέτρες, τα λάστιχα που καίγονται. Το απειλούν οι κραυγές των παλαιστινίων. Το απειλούν τα πιτσιρίκια και οι μεγάλοι. Το απειλούν και τα βρέφη. Όταν το Ισραήλ αμύνεται στο πεδίο της μάχης υπάρχουν νεκροί, πολλοί νεκροί, μεγάλοι, παιδιά ακόμα και μωρά. Δεν είναι όμως Ισραηλίτες οι νεκροί. Παρόλο που το Ισραήλ αμύνεται, όλοι οι νεκροί,  είναι από την απέναντι μεριά. Με την μεριά αυτών που το Ισραήλ αποκαλεί “τρομοκράτες”.Όλοι οι νεκροί είναι Παλαιστίνιοι . Είναι πολλοί οι νεκροί και μάλλον τις επόμενες μέρες θα είναι ακόμα περισσότεροι. Αλλά και οι τραυματίες είναι μόνο “τρομοκράτες”. Και αυτοί είναι πολλοί, χιλιάδες.

Για το Ισραήλ δεν παίζουν ρόλο τα νούμερα των νεκρών και των τραυματιών, γιατί το Ισραήλ αμύνεται και όταν αμύνεται, πρέπει όλοι να κάνουμε σιωπή. Έχει ντε φάκτο δίκιο, γιατί αμύνεται. Οι απέναντι είναι ντε φάκτο οι κακοί της ιστορίας.

Το Ισραήλ αμύνεται με τον στρατό του. Απέναντι δεν έχει αντίπαλο ένα στρατό. Έχει τύπους που είναι ξυπόλητοι και με παντόφλες και πολύχρωμα ρούχα. Αλλά απειλείται και όταν το Ισραήλ απειλείται, δεν έχει σημασία μάλλον ποιος είναι απέναντι του, ούτε έχει σημασία τι οπλισμό κατέχει. Σημασία έχει μόνο η άμυνα του Ισραήλ. Άρα, ότι κάνει είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Και όλοι πρέπει να καταλαβαίνουμε το δίκιο του, αλλά κυρίως να δικαιολογούμε αυτό που κάνει.

Γιατί το Ισραήλ είναι ένα περίεργο κράτος, σε μια περίεργη περιοχή, με περίεργους άρχοντες και με αρκετά περίεργα γούστα, από ότι φαίνεται. Βέβαια έχει και ισχυρούς συμμάχους και όταν έχεις τόσο ισχυρούς συμμάχους, μπορείς και εσύ να μιλάς αλλιώς. Όχι μόνο να μιλάς, αλλά και να κάνεις αυτό που θέλεις, χωρίς να περιμένεις συνέπειες.

Παρακολουθούμε χρόνια τώρα μια τραγική ιστορία σε ατελείωτες συνέχειες και δυστυχώς με απίστευτο αριθμό νεκρών. Είναι σαν όλα αυτά να συμβαίνουν σε κάποιο άλλο πλανήτη και το ζήτημα να μην μας αφορά καθόλου. Μια που οι νεκροί δεν είναι δικοί μας και η τραγωδία παίζεται αρκετά μακριά από την αυλή μας. Δεν φαίνεται κάποιο τέλος, αντίθετα μάλλον, η συνέχεια μέλλεται πιο ζοφερή.
Αυτοί που μπορούν να σταματήσουν το κακό, δεν μιλούν ή μιλούν υποτονικά. Γιατί φοβούνται. Φοβούνται τις συνέπειες και το τι θα σημαίνει για αυτούς το σπάσιμο της συμμαχίας με το περιούσιο κράτος και τους ισχυρούς συμμάχους του. Είναι μια δειλή και ένοχη σιωπή, βουτηγμένη σε συμφέροντα και θλιβερές επιλογές. Οποιοδήποτε πολιτισμένο κράτος έκανε ανάλογες ενέργειες, απροκάλυπτους φόνους σε τέτοια κλίμακα εναντίον άμαχου πληθυσμού, σε δημόσια θέα, θα είχε κινητοποιήσει άτεγκτους μηχανισμούς καταστολής και ποινών. Για το Ισραήλ όμως, δεν υπάρχει τέτοια εκδοχή , ούτε τέτοιος φόβος.

Θα θέλαμε να ξέραμε: Είναι το Ισραήλ κράτος που έχει διεθνή ασυλία για τις πράξεις του ; Το ξέρουμε αλλά θα μας ανακούφιζε να το πείτε κιόλας, έτσι όταν βλέπουμε τα αίσχη που διαπράττει να τα δικαιολογούμε με την ασυλία του. Έτσι και αυτό, το Ισραήλ δηλαδή, να μπορεί πιο απερίσπαστο να διαπράξει ακόμα μεγαλύτερα.

Είναι γνωστό, ότι μέσα στους κόλπους αυτού του επικίνδυνου κράτους, όλες οι φωνές δεν είναι ίδιες. Αρκετές πρέπει να πονάνε για τις πράξεις των αρχόντων τους και να θλίβονται για την ανθρώπινη κατακραυγή που επιρρίπτεται στα κεφάλια τους, ενώ αυτοί δεν ευθύνονται. Είναι καλό να εξαιρεθούν από την όποια κριτική. Δυσδιάκριτοι μέσα στο πλήθος, ζούνε το δικό τους δράμα και το στίγμα που τους προσάπτουν για το θάρρος της γνώμης τους. Όλο το Ισραήλ δεν είναι ίδιο, ούτε ανέχεται στο ίδιο βαθμό την καταφανή αδικία που διαπράττεται.

Οι εικόνες που περνάνε μπροστά στα μάτια μας, μας προσβάλλουν και μας εξοργίζουν. Σε κάποιο μέτρο μόνο μπορούμε να αντιληφθούμε τον πόνο αυτών των ανθρώπων,που καθημερινά θάβουν νεκρούς, που είναι οι πατεράδες, οι μανάδες, τα παιδιά τους, οι φίλοι τους και οι σύντροφοι τους. Όμως, δεν είναι οι μόνοι σε αυτόν τον θλιβερό πλανήτη, που καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, να αποδείξει, ότι δεν μπορεί να καταπνίξει τα πιο ρυπαρά του ένστικτα. Έτσι, καθημερινά, είμαστε υποχρεωμένοι να συμμετέχουμε και να γινόμαστε σιωπηλοί μάρτυρες στη φρίκη. Στη φρίκη που δεν έχει τέλος.!!!!





Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ο δρόμος για την αυτοκρατορία είναι στρωμένος με πτώματα.




Η “βροχούλα” άρχισε να πέφτει ξανά, μόνο που, παραδόξως, δεν δρόσιζε κανένα. Αντίθετα τον έκαιγε!!! Αυτό το ανελέητο κάψιμο δεν έκανε καμιά διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους. Τους έκαιγε όλους, αδιάκριτα. Τα σιδερένια πουλιά που πετούσαν,πάνω από τα σύννεφα, άνοιγαν τις κοιλιές τους και άδειαζαν την “βροχούλα”σε πόλεις με ανθρώπους, με το πρόσχημα, ότι οι άνθρωποι αυτών των πόλεων, έκαναν ανάρμοστες πράξεις ενάντια σε άλλους ανθρώπους. Πάντοτε χρειάζεται ένα πρόσχημα, που να δικαιολογεί με τρόπο αδιαμφισβήτητο, μια τέτοια πράξη, αλλά επίσης να μπορεί να κρύψει επαρκώς, τα κίνητρα της πράξης σου.

Κανείς δεν είναι αθώος μέσα σε ένα πόλεμο. Δυστυχώς έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές, αν έχουν υπάρξει κάποτε, που μπορούσαμε να διακρίνουμε τον κακό της ιστορίας ενός πολέμου. Είμαστε πια πολύ μακριά από αυτό το σημείο, ακόμα και με συμβατικά κριτήρια. Αντίθετα, μάλλον βρισκόμαστε πολύ κοντά στο γεγονός, ότι όλοι συναγωνίζονται για το ποιος θα είναι πιο ανελέητος με τους εχθρούς του και θα μπορέσει να κρύψει με μεγαλύτερη επιτυχία τα ευτελή κίνητρα του. Γιατί πάντοτε υπάρχουν κίνητρα, όσο και αν αυτά τα συγκαλύπτει η προπαγάνδα των στρατοπέδων. Σημαντικό σε μια τέτοια διαμάχη, είναι να μπορέσεις να πάρεις την κοινή γνώμη με το μέρος σου, για να εμφανιστείς σαν τον καλό της ιστορίας. Να είσαι εκείνος που να φαίνεται ότι παλεύει για τα ευγενή ιδανικά, αποδίδοντας στο εχθρό σου ταπεινά κίνητρα.

Σε ένα κόσμο που το καλό και το κακό έχουν χάσει προ πολλού την ιδιαίτερη σημασία τους και έχουν αντικατασταθεί από την ανάδειξη του συμφέροντος σε πρωταρχική αξία, τα κίνητρα δεν παίζουν κανένα ρόλο, αν το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από το κόστος του, είναι προς όφελος σου. Αυτός που μπορεί να κρύβεται καλύτερα στο σκοτάδι των προθέσεων του, θα είναι ο νικητής που θα μαζέψει όλα τα οφέλη. Στη κορυφή της πυραμίδας, δεν υπάρχουν ηθικοί ενδοιασμοί. Αυτές οι πολυτέλειες, ανήκουν στη βάση της πυραμίδας,σε όσους η “βροχούλα” θα κάψει τα σπίτια και τα παιδιά τους. Όμως αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο από παράπλευρες απώλειες, που εν τέλει δεν απασχολούν κανένα από τους πρίγκιπες που κατοικούν στη κορυφή. Απασχολούν μόνο τους ίδιους, που αισθάνονται ανήμποροι να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειες τους. Γιατί αυτοί δεν κάνουν δηλώσεις μπροστά στις κάμερες, ούτε μπορούν να πάρουν αποφάσεις αν θα σηκωθούν τα σιδερένια πουλιά. Αυτό που ξέρουν να κάνουν, είναι να τρέχουν να σωθούν, να βρίζουν την άτυχη μοίρα τους και να θρηνούν τους νεκρούς τους. Αυτό μόνο τους έχει επιτραπεί. Πρέπει να είναι ευχαριστημένοι με όσα έχουν και όχι με όσα δεν έχουν. Άλλωστε, για να αλλάξεις κάτι πρέπει να το επιδιώξεις. Όταν το αποδέχεσαι μοιρολατρικά ή ακόμα και να το υποστηρίζεις, στηριζόμενος στη μεταβαλλόμενη θυμική σου διάθεση, δεν μπορείς να περιμένεις από τους δυνάστες σου να σε σώσουν. Αυτοί έχουν τις δικές τους επιδιώξεις που δεν σε συμπεριλαμβάνουν.

Είναι σαφές ότι βαδίζουμε σε μια σύρραξη των ισχυρών αυτού του πλανήτη. Πως να το δηλώσουν με ποιο ξεκάθαρο τρόπο οι άνθρωποι ; Έχουν τον διακαή πόθο να υπάρχει μόνο ένας ρυθμιστής του κόσμου. Ένας και μόνο ένας πρέπει να διοικεί την αυτοκρατορία που θέλουν να αποκαταστήσουν σε αυτή την γη. Είναι ζήτημα επιβίωσης για αυτούς, αλλά και ο μοναδικός τρόπος για να επιβάλλουν τα σχέδια τους. Σχέδια που είναι κρυμμένα στο σκοτάδι του μυαλού τους. Μιλούν για ειρήνη, αλλά είναι το μόνο που δεν τους ενδιαφέρει. Μιλούν για τα σφάλματα του εχθρού τους, αλλά ποτέ δεν κοιτούν αυτά που οι ίδιοι πράττουν. Μιλούν για αποκατάσταση δικαίου, αλλά το μόνο που επιδιώκουν είναι το δικό τους όφελος. Μιλούν για εγκλήματα του εχθρού τους, κάνοντας οι ίδιοι ανάλογα εγκλήματα. Μιλούν συνεχώς για την ευμάρεια, εξαπολύοντας την κόλαση. Μας κοροϊδεύουν απροκάλυπτα, δίχως ντροπή και εμείς ντρεπόμαστε για την αδράνεια μας. Βρίσκονται πολύ κοντά να κάνουν τον κόσμο ακατοίκητη περιοχή και μιλούν για τα επιτεύγματα τους στο διάστημα και στη τεχνολογία. Ονειρεύονται ένα κόσμο χωρίς αναπνοές, ενώ μιλούν για την ελευθερία. Ψεύδονται ασύστολα σε όλα, ενώ ισχυρίζονται ότι είναι εραστές της αλήθειας.

Η αυτοκρατορία τους θα είναι στρωμένη με πτώματα, όπως όλες οι αυτοκρατορίες που πέρασαν πάνω από αυτό τον πλανήτη. Ανθρωποθυσίες στο βωμό της αποκατάστασης του “δίκαιου” του ισχυρού.

Μια σιωπή απλώνεται στο κόσμο της βάσης της πυραμίδας. Ένας πόλεμος που παρακολουθούμε από τις τηλεοράσεις , είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να περάσει έξω από αυτές. Όσο η ‘βροχούλα” καίει ξένα σπίτια, εμείς μπορούμε να απωθούμε ότι κάποια στιγμή μπορεί να κάψει και τα δικά μας. Ίσως γιατί δεν θέλουμε να πιστέψουμε την έκταση που μπορεί να πάρει αυτή η ιστορία και τις επιπτώσεις της επάνω μας. Μπορούμε ακόμα να συντηρούμε την αφέλεια μας , μια που το κακό δεν έχει φτάσει στη πόρτα μας. Σε άλλες εποχές, είμαστε λιγάκι πιο ευαίσθητοι. Η μισή Αμερική ,όρθωσε την φωνή της ενάντια στο πόλεμο του Βιετνάμ. Αλλά τότε η ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου δεν είχε πεθάνει , ούτε η ευαισθησία για το πόνο του απέναντι. Σήμερα, έχουμε και εμείς χάσει κάτι από την καθαρότητα της σκέψης μας, προτιμούμε να είμαστε απαθείς σε ότι συμβαίνει γύρω μας . Ίσως γιατί αυτή η φαινομενική ειρήνη που απολαμβάνει η δύση, τα χρόνια μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, μας έχει υπνωτίσει.

Το πραγματικό έχει γίνει απίστευτο. Μια απαθής κοινωνία αφήνεται στη μοίρα της με τρόπο γλυκό και υπνωτιστικό. Ζητάει να κοιμηθεί για να μην σκέφτεται αυτό που συμβαίνει. Για να μην χρειαστεί να της ζητηθεί η γνώμη της, κρυμμένη μέσα στη ενοχή της μη συμμετοχής της.

Ο πόλεμος των “τρελλών” φαίνεται να έχει αρχίσει. Μακάρι να φωτιστούμε σύντομα, γιατί δεν μας βλέπω καθόλου καλά !!!



Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Το ποδόσφαιρο είναι αντανάκλαση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.




Το ποδόσφαιρο δεν αποκαλείται τυχαία ο βασιλιάς των σπορ. Είναι ο βασιλιάς και μέσα στις τέσσερεις γραμμές που παίζεται, συνθέτει ένα πλήθος συμβολισμούς και πρακτικές της σύγχρονης κοινωνίας. Το παρακολουθούν εκατομμύρια θεατές παγκοσμίως, θεατές που ανήκουν σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, εργάτες,διανοούμενοι,επιστήμονες, πολιτικοί, πλούσιοι και φτωχοί, γυναίκες και άντρες και όλοι αυτοί μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο: το ακόρεστο πάθος για τις ομάδες τους. Πάθος, που πολλές φορές, μπορεί να τους οδηγήσει, σε συγκρούσεις μεταξύ τους, που ακουμπούν τον θάνατο.

Υπάρχει το ίδιο το παιχνίδι του ποδοσφαίρου με τους αθλητές του, υπάρχουν οι θεατές του, υπάρχει και το γήπεδο που είναι επιστρωμένο με πράσινο χόρτο. Ο ναός του ποδοσφαίρου, όπως αποκαλείται ευρέως. Υπάρχει ο άρχοντας του αγώνα που είναι ο διαιτητής. Αυτός που τηρεί τους κανονισμούς του παιχνιδιού. Όταν τους τηρεί. Τα τέσσερα αυτά μαζί συνθέτουν το ποδόσφαιρο, άρρηκτα. Όμως η ουσία του ποδοσφαίρου είναι άλλη, είναι η σύγκρουση δύο αντιπάλων  για το ποιός είναι ικανότερος. Αυτή η ουσία βρισκόταν πάντοτε στη ψυχή της κοινωνίας, όσο  προχωρούσε ο πολιτισμός μετουσιώθηκε μέσα στο παιχνίδι.

Το ποδόσφαιρο είναι  δηλαδή ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι, όπως όλα τα παιχνίδια των σχέσεων μέσα στη κοινωνία. Ανταγωνισμός με κανόνες. Δεν είναι άμιλλα, ούτε εκκλησία . Είναι καθαρός ανταγωνισμός στο ποιος θα είναι καλύτερος και θα κερδίσει το παιχνίδι, άρα θα πάρει το βραβείο, αλλά κυρίως το “χαρτί”. Επειδή μέσα σε αυτή την κοινωνία που σχεδόν τίποτα δεν γίνεται χωρίς όφελος και όταν εννοούμε όφελος, εννοούμε χρήμα, το ποδόσφαιρο δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, έχει πολύ χρήμα μέσα στα σπλάχνα του, σπανίως καθαρό και συχνά βρώμικο. Ποιοι κατέχουν χρήμα για να το ρίξουν μέσα στο ποδόσφαιρο ; Οι επιχειρηματίες. Γιατί κάποιος θα ρίξει άφθονο χρήμα και ζεστό μέσα σε μια ομάδα ποδοσφαίρου ; Ποιο θα είναι το όφελος του; Επειδή αγαπάει την συγκεκριμένη ομάδα. Αυτός είναι ένας λόγος. Μαζί όμως με το τερπνό, πρέπει να υπάρχει και το ωφέλιμο . Το ωφέλιμο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι :

Η δημιουργία  αίγλης στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη από την πλευρά των οπαδών της ομάδας, κυρίως στις χώρες που ακόμα είναι “υποανάπτυκτες”. Στις “αναπτυγμένες” αυτή η αίγλη βρίσκεται σε βαθύτερα επίπεδα .

Η δημιουργία ιδιωτικών στρατών από οπαδούς, που λατρεύουν την ομάδα τους και έχουν εύνοιες και οφέλη σε διάφορα επίπεδα. Από δωρεάν εισιτήρια σε αγώνες, “χαρτζηλικάκι” για να την βγάζουν καθαρή δίχως να δουλεύουν, μέχρι νομική κάλυψη σε περιπτώσεις επεισοδίων με οπαδούς άλλων ομάδων.

Πολιτικές διασυνδέσεις του ιδιοκτήτη με πολιτικούς και το ίδιο το κράτος. Δουλειές δηλαδή για τον ιδιοκτήτη της ομάδας σε μια πιο ευρύτερη αγορά.

Ασυλία για τυχόν παρανομίες, που για τους απλούς θνητούς θα σήμαιναν φυλακή.

Κέρδη για τον ιδιοκτήτη από το ίδιο το ποδόσφαιρο, από τηλεοπτικά δικαιώματα, εισιτήρια, μπόνους από την πρόκριση της ομάδας σε διεθνείς διοργανώσεις, πωλήσεις παικτών.

Διεθνής προβολή και επαφές, αν η ομάδα είναι κάποιας εμβέλειας.

Υπάρχουν και πιο σκοτεινές πλευρές, που κατά καιρούς βγαίνουν στη δημοσιότητα, όπως το ξέπλυμα χρήματος, διαφυγές από την εφορία, κέρδη από στησίματα αγώνων, που εμφανίζονται  στη δημοσιότητα από έρευνες και σχεδόν ποτέ δεν διερευνώνται πλήρως.

Όλα αυτά είναι γνωστά σε όλους, αλλά όταν εμφανίζονται οι  πρακτικές τους συνέπειες π.χ συγκρούσεις οπαδών με νεκρούς, εισβολή σε αγωνιστικούς χώρους οπαδών και ιδιοκτητών, με όπλα ή χωρίς , τότε όλοι πέφτουν από τα σύννεφα και παρακολουθούν έκπληκτοι τα δρώμενα. Υποκρισία !!!!

Το ποδόσφαιρο είναι μια διεθνής επιχείρηση και σαν επιχείρηση έχει ανταγωνιστές . Όσο ανεβαίνουμε στη πυραμίδα των επιχειρήσεων, ξέρουμε ότι τα πράγματα γίνονται όλο και πιο πολύπλοκα και επικίνδυνα . Τα χρήματα είναι πολλά και για να κερδίσεις την κούρσα και να επιπλεύσεις, δεν το κάνεις ούτε με τον σταυρό στο χέρι, ούτε τηρώντας τον νόμο ακριβώς. Αντίθετα, χρησιμοποιείς ότι μέσο μπορείς για να εξοντώσεις τον αντίπαλο.

Ο παγκόσμιος στίβος των επιχειρήσεων και της πολιτικής και οι πρακτικές τους, απλώς, έμαθαν στις ποδοσφαιρικές επιχειρήσεις τον τρόπο για να κινηθούν. Όχι το αντίθετο. Άλλωστε είναι αυτοί οι ίδιοι μεγάλοι επιχειρηματίες, που σταδιακά διείσδυσαν στο χώρο του ποδοσφαίρου, επειδή κατάλαβαν ότι μπορεί να εξελιχθεί σε μια επικερδή αγορά.

Όλα τα στοιχεία που συνθέτει το ποδόσφαιρο σαν αρνητικά: τον ανταγωνισμό με κάθε μέσο, την εμπάθεια, την ίντριγκα, την διαστρέβλωση της αλήθειας, την διαπλοκή, την ανάδειξη του συμφέροντος ως μέσο για να αποσιωποιηθεί η αλήθεια, είναι στοιχεία που συνθέτουν την ίδια την κοινωνική και πολιτική ζωή των χωρών. Το ποδόσφαιρο τα οικειοποιήθηκε, γιατί απλά είναι κομμάτι αυτής της ίδιας κοινωνίας και της πολιτικής πραγματικότητας που τα παράγει. Έτσι, δεν μπορούν να αλλάξουν, αν ο κοινωνικός και πολιτικός κόσμος μας δεν αλλάξει. Είναι πολύ υποκριτικό να μιλούν οι εκάστοτε ιθύνοντες για περισσότερη νομοθεσία και ποινές, στο μέτρο που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να εφαρμόσουν τις ήδη υπάρχουσες.

Οι παντοδύναμες εταιρείες που μάχονται στη παγκόσμια αγορά και διαπλέκονται άμεσα με το πολιτικό σύστημα, βλέπε ΝOVARTIS , SIEMENS ,MOSANTO, αλλά και οι μικρότεροι επιχειρηματίες αυτού του κόσμου, έχουν ήδη αποφασίσει το πως θα κινηθούν στο κόσμο και τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν. Εμείς οι υπόλοιποι, σαν θεατές σε ποδοσφαιρικό αγώνα, παρακολουθούμε την έκβαση του ανταγωνισμού τους και το ποιος θα νικήσει, τελικά.

Στη χώρα μας, τον τελευταίο καιρό, γίνεται πολύ συζήτηση για την εισβολή ενός επιχειρηματία, που κατέχει μια ομάδα ποδοσφαίρου, μέσα στο γήπεδο οπλισμένου. Μάλιστα, έχει γίνει και διεθνής είδηση και σε άλλες χώρες ασχολούνται με το θέμα, σαν να είναι κάτι το πρωτόγνωρο.

Στο ελληνικό χώρο το συνηθισμένο προκαλεί πάντα εντύπωση, σαν να είναι ασυνήθιστο. Λες και δεν παρακολουθούμε πολύ καιρό τώρα,επιχειρηματίες με διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις, αλλά που πάντα διαπλέκονται με αυτές, να κατέχουν κυρίαρχες ομάδες, μέσω των οποίων να καρπώνονται πολυποίκιλα οφέλη. Είναι σαν να μην γνωρίζουμε ότι πολεμούν μεταξύ τους Επίσης, είναι σαν μην γνωρίζουμε την ασυλία που αυτοί αποκομίζουν σε πολλά επίπεδα. Κάθε φορά όμως που αυτή σύγκρουση βγαίνει στη δημοσιότητα με την μια ή την άλλη αιτία, εκπλησσόμαστε. Ακόμα και αυτού του είδους η έκπληξη όμως γίνεται κάποτε βαρετή και χάνει το γούστο της. Γίνεται άλλοθι για αυτό που ξέρουμε όλοι και αρνούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Ο κόσμος που έχει φτιάξει το χρήμα είναι ο κόσμος που η σκέψη του είναι η σκέψη του χρήματος, ένας κόσμος που ποτέ δεν θα γίνει αγγελικός, ούτε με νόμους, ούτε με καταστολές, ούτε με ανούσιες εκπλήξεις και διακηρύξεις, γιατί και αυτές το χρήμα τις παράγει. Άρα δεν περιμένουμε καμμία καλυτέρευση, αντίθετα.

Το ποδόσφαιρο είναι το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας, που επειδή παράγεται στα μύχια της, αντανακλά με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο,πως είναι δομημένη η ίδια η κοινωνία και η πολιτική της ζωή.

Το πρωτάθλημα πρέπει να το πάρει και θα το πάρει αυτός που έχει τις καλύτερες “άκρες”.!!!!!!