Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Περί Έρωτος




Ο τραγικός ποιητής Αγάθων κερδίζει το βραβείο στα Λήναια το 416 π.χ. Την επομένη της νίκης του διοργανώνει στο σπίτι του συμπόσιο,για τους φίλους του.  Ο Αγάθων, ο Αριστόδημος ,ο Φαίδρος, ο Παυσανίας, ο ιατρός Ερυξίμαχος, ο Αριστοφάνης, ο Αλκιβιάδης, η αφρόκεμα της αθηναικής πολιτείας ...και βέβαια  ο Σωκράτης. Τι θα συζητήσουν;
Φυσικά γιατί άλλο ,παρά για την φύση του Ερωτα. Όμως για πρώτη φορά ,μια που τα συμπόσια είναι καθαρά ανδρική  υπόθεση στην αρχαία Αθήνα, υπάρχει μια γυναίκα, η Διοτίμα, στη συζήτηση. Σε αυτήν έχει στραφεί ο Σωκράτης ,για να διδαχθεί την φύση του Έρωτα.
 Ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του συμποσίου είναι υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, για την Διοτίμα οι γνώμες διχάζονται. Αν πιστέψουμε τον Ξενοφώντα και τον Πρόκλο, η Διοτίμα ήταν ιέρεια από την αρχαία Μαντίνεια της Αρκαδίας, πάρα πολύ καλλιεργημένη  και γνώστρια της Πυθαγόρειας αριθμοσοφίας. Η Διοτίμα μάλιστα έκανε τον καθαρμό της Αθήνας  μετά τον λοιμό του 429 πχ. Για άλλους είναι ένα συμβολικό πρόσωπο.
Όπως και νάχει, μια που δεν μπορείς να βγάλεις  εύκολα άκρη σε τέτοια ζητήματα , τα λεγόμενα της και η παρουσία της στο συμπόσιο, σαν εκείνη που γνωρίζει την φύση του έρωτα, δίνει μια καθοριστική νότα στο συμπόσιο και την αλλαγή του κλίματος στη Αρχαία Αθήνα ,για την θέση της γυναίκας.

Παραθέτω στη συνέχεια  ένα μικρό μέρος του διαλόγου ανάμεσα στον Σωκράτη και την Διοτίμα περί της φύσης του 'Ερωτος.



— Τι θα μπορούσε όμως, είπα, να είναι ο Έρωτας; Θνητός; 
— Κάθε άλλο.
 — Τι όμως; 
— Όπως είπαμε πριν, είπε, μεταξύ θνητού και αθανάτου.
 — Δηλαδή τι, Διοτίμα; 
— Μεγάλος δαίμονας, Σωκράτη· γιατί όλα τα δαιμονικά όντα βρίσκονται μεταξύ θεού και θνητού. 
— Ποια, είπα εγώ, δύναμη έχει;
 — Να ερμηνεύει και να μεταφέρει στους θεούς τα ανθρώπινα και στους ανθρώπους τα θεϊκά, εκείνων τις προσευχές και τις θυσίες, αυτών τις προσταγές και τις ανταμοιβές, και όντας στη μέση και των δύο, συμπληρώνει το κενό, ώστε το σύμπαν να συνδέεται με τον εαυτό του. Μέσω αυτού προχωρεί και ολόκληρη η μαντική και η τέχνη των ιερέων η σχετική με τις θυσίες τις μυήσεις, τους μαγικούς ψαλμούς, και γενικά τη μαγεία και τη μαγγανεία. Γιατί ο θεός δεν αναμειγνύεται με τον άνθρωπο, αλλά μέσω αυτού γίνεται κάθε επικοινωνία και συνομιλία των θεών προς τους ανθρώπους, και όταν είναι ξύπνιοι και όταν κοιμούνται. Κι εκείνος που είναι σοφός σ' οτιδήποτε άλλο, ή σε επάγγελμα ή σε τέχνη, δεν είναι παρά ένας εργάτης. Αυτοί λοιπόν οι δαίμονες είναι πολλοί και κάθε είδους: ένας απ' αυτούς είναι κι ο Έρωτας.
 — Και ποιος είναι ο πατέρας του, είπα εγώ, και η μητέρα του; 
— Είναι μεγάλη ιστορία, είπε, για να σου τη διηγηθώ, αλλά θα σου την πω. Όταν λοιπόν γεννήθηκε η Αφροδίτη, έτρωγαν οι θεοί, και μαζί τους κι ο γιος της Μήτιδος, ο Πόρος. Αφού δείπνησαν, έφτασε η Πενία, για να ζητιανέψει σ' αυτό το τόσο μεγάλο φαγοπότι, και στεκόταν στην πόρτα. Ο Πόρος λοιπόν, μεθυσμένος από το νέκταρ (γιατί το κρασί δεν υπήρχε ακόμα), μπήκε στον κήπο του Δία και βαρύς από το πιοτό αποκοιμήθηκε. Η Πενία τότε, επειδή ακριβώς ήταν άπορη, σκέφτηκε να κάνει παιδί από τον Πορο. Ξάπλωσε λοιπόν κοντά του και γέννησε τον Έρωτα. Γι' αυτό και έγινε ακόλουθος και υπηρέτης της Αφροδίτης ο Έρωτας, επειδή γεννήθηκε στα γενέθλια της και επειδή συγχρόνως είναι και από τη φύση του εραστής του ωραίου, και είναι και η Αφροδίτη ωραία. Όντας λοιπόν γιος τους Πόρου και της Πενίας, ο Έρωτας βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση. Πρώτα πρώτα είναι πάντοτε πένης, και καθόλου απαλός και ωραίος, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά σκληρός και βρόμικος και ξυπόλυτος και άστεγος. Ξαπλώνει πάντοτε κατάχαμα και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαιθρο έξω από τις πόρτες και στους δρόμους, έχοντας τη φύση της μητέρας του, και παντοτινή σύντροφο την ένδεια. Από τον πατέρα του πάλι, κυνηγάει τα ωραία και τα καλά, όντας ανδρείος και ριψοκίνδυνος και ορμητικός, δεινός κυνηγός, μηχανευόμενος συνεχώς κάτι, παθιασμένος για γνώση και επινοητικός, φιλοσοφώντας ολόκληρη τη ζωή του, δεινός γητευτής και μάγος και σοφιστής. Και ούτε αθάνατος είναι από τη φύση του, ούτε θνητός· αλλά την ίδια μέρα πότε ανθεί και ζει, πότε πεθαίνει, και αναβιώνει και πάλι όταν τα καταφέρει χάρη στη φύση του πατέρα του- κι εκείνο που αποκτάει, του φεύγει πάντοτε γρήγορα, ώστε ο Έρωτας δεν είναι ποτέ ούτε φτωχός ούτε πλούσιος. Βρίσκεται επίσης ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια. Κι αυτό γιατί συμβαίνει το εξής: από τους θεούς κανείς δεν φιλοσοφεί ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός (αφού είναι), κι αν είναι και κάνεις άλλος σοφός, δεν φιλοσοφεί" ούτε πάλι και οι αμαθείς φιλοσοφούν και ούτε επιθυμούν να γίνουν σοφοί, γιατί αυτό ακριβώς είναι το κακό της αμάθειας, μη όντας κανείς ούτε ωραίος ούτε καλός ούτε σώφρων, να νομίζει ότι τα έχει όλα αυτά σε ικανοποιητικό βαθμό. Δεν επιθυμεί λοιπόν εκείνος που δεν πιστεύει ότι του λείπει κάτι εκείνο που δεν πιστεύει ότι του λείπει.
 — Ποιοι όμως, Διοτίμα, είπα εγώ, είναι οι φιλοσοφούντες, αν δεν είναι ούτε οι σοφοί ούτε οι αμαθείς;
— Είναι ολοφάνερο, είπε, αυτό πια και παιδί θα το καταλάβαινε, ότι είναι εκείνοι που βρίσκονται ανάμεσα σ' αυτούς τους δυο, κι ένας απ' αυτούς είναι και ο Έρωτας. Γιατί η σοφία είναι από τα ωραιότερα πράγματα κι ο Έρωτας είναι έρωτας για το ωραίο, ώστε κατ' ανάγκη ο Έρωτας είναι φιλόσοφος, και όντας φιλόσοφος, βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την αμάθεια. Κι αυτό εξαιτίας της γέννησης του: γιατί είναι από πατέρα σοφό και πολυμήχανο, και από μητέρα όχι σοφή και αμήχανη.